ουλίτιδα

ουλίτιδα
Πάθηση των ούλων. Βλ. λ. ούλα.
* * *
η
ιατρ. οξεία ή χρόνια φλεγμονή τών ούλων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ούλο + επίθημα -ίτιδα (πρβλ. πλευρ-ίτιδα). Η λ. στον λόγιο τ. οὐλῖτις, μαρτυρείται από το 1884 στον Δ. Λάζο].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • ουλίτιδα — η φλεγμονή, πάθηση των ούλων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Βίνσεν, ουλίτιδα του- — Επώδυνη βακτηριακή λοίμωξη και εξέλκωση των ούλων, που συνήθως συνδέεται με κακή υγιεινή του στόματος. Συνδέεται με κακοσμία και προέρχεται πολλές φορές από συνήθειες, όπως το κάπνισμα, η κακή διατροφή και η ελλιπής υγιεινή. Είναι επίσης γνωστή… …   Dictionary of Greek

  • ούλα — (Ανατ.). Τα τμήματα του βλεννογόνου της στοματικής κοιλότητας που καλύπτουν τις φατνιακές αποφύσεις της επάνω και κάτω γνάθου. Κοντά στα δόντια, με τα οποία βρίσκονται σε στενή επαφή, τα ο. κολλούν στο υποκείμενο περιόστεο και είναι ιδιαίτερα… …   Dictionary of Greek

  • -ίτιδα — (ΑΜ ῑτις) κατάλ. θηλ. ουσ. τής Ελληνικής, επαυξημένη μορφή τής κατάλ. τις ( ι τις), που σχηματίστηκε κατά την κατάλ. αρσενικών ίτης*. Τα ουσ. σε ιτις στην Αρχαία Ελληνική δεν χρησιμοποιούνταν μόνο ως θηλ. αντίστοιχων αρσενικών σε ίτης (πρβλ.… …   Dictionary of Greek

  • λευχαιμία — Νεοπλασματικό νόσημα το οποίο χαρακτηρίζεται από τον πολλαπλασιασμό ανώμαλων λευκών αιμοσφαιρίων (λευκοκυττάρων) στον μυελό των οστών. Κατά τη μικροσκοπική εξέταση το αίμα φαίνεται να είναι πλημμυρισμένο από ώριμα και άωρα λευκά αιμοσφαίρια. Οι λ …   Dictionary of Greek

  • μολυβδίαση — (Ιατρ.). Χρόνια δηλητηρίαση από μόλυβδο, επαγγελματικής γενικά φύσης. Συνήθως προσβάλλονται από μ. φαναρτζήδες, ζωγράφοι, τυπογράφοι. Το πρώτο σύμπτωμα της δηλητηρίασης είναι η εμφάνιση βασεοφίλου στίξης στα ερυθροκύτταρα· στη συνέχεια, και σε… …   Dictionary of Greek

  • ακροδυνία — Πάθηση άγνωστης αιτιολογίας που συνοδεύεται από ποικίλα εξωτερικά συμπτώματα, όπως κνησμό, μυρμηκιάσεις, ερυθήματα του δέρματος, οιδήματα και γενικές διαταραχές, όπως κρίσεις άφθονης εφίδρωσης, ταχυκαρδία, υπέρταση, ψυχικές διαταραχές που… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”